Ιούδας

July 30, 2008

Γρίφος.

Filed under: Ασύντακτα — Ιούδας @ 6:11 am

“Τις ώρες που το βλέμμα σου στρέφεται εντός μου, τις στιγμές που  οι παλάμες σου ζεσταίνουν τα σημεία των καιρών, τότε σε νιώθω ξανά. Ύστερα -πάντα- μας κερδίζει η σιωπή. Τα χρόνια μαζί. Η εξοικείωση των δερμάτων. Η κοινή ανάσα που καταφέραμε με κόπο. Ήρθα, όπως έρχεται ο καιρός για όλα. Έγινα, όλα. Ένα σαφές περίγραμμα των επιθυμιών σου. Κι εσύ; Τα χιλιάδες κομμάτια που το γέμισαν. Να ξέρεις. Αυτό το γρίφο που στήσαμε, κανείς άλλος δεν μπορεί να τον λύσει. Να ξέρεις. Αυτός ο γρίφος που είμαστε, θα γεράσει, αλλά δεν θα λυθεί.”

July 28, 2008

Υποστολή

Filed under: Αντάρτικο γνώμεων, Ιούδας — Ιούδας @ 5:27 pm

July 21, 2008

Άνθρωπε, μίλα! -2

Filed under: Ιούδας — Ιούδας @ 3:29 pm

Ο γέρος εξομολογητής μόλις τέλειωνε ένα χαμόγελο όταν ένιωσε τον μεσόκοπο άντρα να κάθεται δίπλα του. Απέσυρε βιαστικά το μειδίαμα, μύρισε την κλεισούρα στα ρούχα του νεοφερμένου και του έκανε χώρο να κάτσει. Οι φυλλωσιές στα δέντρα πάνω από το κεφάλι του γέρου σείστηκαν για λίγο σηκώνοντας ένα ρίγος στην πλάτη του, ύστερα σώπασαν μήπως και κρυφακούσουν τα λόγια του άντρα. Άρχισε να μιλά κοιτώντας ευθεία μακριά, παράλληλα με το βλέμμα του γέρου. Ήξερε τους κανόνες και τους τηρούσε. Ποτέ δεν κοιτάς το πρόσωπο του. Ίσως στο τέλος της διήγησης σου να νιώσεις το χαμόγελο του ή τα δάχτυλα του, αν είσαι τυχερός. Αλλά ποτέ και για κανένα λόγο δεν στρέφεις το πρόσωπο σου ευθεία στο δικό του. Δεν είναι σίγουρο τι θα αντικρίσεις, λένε!

«Θυμάμαι, απογεύματα στην αγκαλιά της μάνας μου. Να κοιτάζω το γαλάζιο της θάλασσας και να μην ξέρω αν είναι πιο όμορφο από το γέλιο της. Θυμάμαι, το πυκνό μουστάκι του πατέρα μου, τη μυρωδιά από το τσιγάρο στο δέρμα του, τη φωνή του που με καλούσε να γυρίσω τα μεσημέρια στο σπίτι απ΄ τα παιχνίδια μου. Μα δεν είναι εικόνες αυτές οι μνήμες. Δεν τους αναπολώ ηθελημένα, ούτε ποτέ αναζητώ να ξαναζήσω εκείνες τις στιγμές. Σαν παρουσίες έρχονται μέσα στη μέρα. Εκεί που κάνω μια δουλειά  ή ξεκουράζομαι τα μεσημέρια και απαιτούν την προσοχή μου. Προσπαθώ όσο μπορώ να τους διώχνω. Πιάνω την εφημερίδα  ή ανοίγω το ραδιόφωνο, κάνω ό,τι μπορώ για να αποσπάσω την προσοχή μου από τα βλέμματα τους. Πρέπει να δεις τα βλέμματα τους. Ίδια και απαράλλαχτα όπως τότε που ζούσαν. Τίποτα δεν άλλαξε στον τρόπο τους. Σαν να μην μεγάλωσα πότε γι΄αυτούς. Σαν να μην πήρα πότε αποφάσεις για τη ζωή μου μόνος μου. Οι αποφάσεις δεν είναι που μας κάνουν ενήλικες; Το να μπορείς να λες όχι ή ναι και να το τηρείς κι ας είναι και λάθος; Α, ναι! Και το να λες συγγνώμη και να το εννοείς. Αυτό, είναι αλήθεια, άργησα να το καταλάβω. Φαίνεται κάπου κράτησα ένα κομμάτι του παιδιού που κάποτε ήμουνα μέσα μου. Τα παιδιά δεν είναι που λένε το συγγνώμη κι ύστερα κάνουν τα ίδια ακριβώς σφάλματα; Ε, αργεί κανείς να τη ζητήσει τη συγγνώμη με πλήρη συνείδηση. Κοστίζει πολύ να μπεις στη θέση του άλλου, έτσι δεν είναι; Κοστίζει, βέβαια! Αλλά μόνο τότε μπορείς να ζητήσεις ειλικρινά συγχώρεση. Τότε περίπου, σταματάς να είσαι παιδί. Όταν αντιλαμβάνεσαι τη θέση του άλλου. Δεν μιλάς. Και ούτε πρόκειται να μου απαντήσεις, το γνωρίζω αυτό. Κι αυτό το πρόσωπο που κρύβεις κάτω από το καπελάκι σου, πολύ θα ήθελα να το αντικρίσω. Να δω, ποιος είναι αυτός που ακούει τις σκέψεις μου. Όχι, πως δεν τις έχω μοιραστεί και μ΄άλλους, αλλά ένιωσα την ανάγκη για μια φορά να μην μου απαντήσει κανείς. Να κάτσει να σκεφτεί αυτά που του λέω. Όλοι απαντούν βιαστικά και προχωρούν στο επόμενο θέμα. Όμως για μένα αυτή η κουβέντα δεν λήγει ποτέ. Γι’ αυτό διάλεξα να σου μιλήσω. Για να νιώσω αυτή τη σιωπή που νιώθω τώρα. Είναι κι η σιωπή ένα δείγμα ότι κάτι κατέκτησες στα χρόνια που έζησες, πως κάτι κατάλαβες και δεν πήγαν όλο στο βρόντο».

Αν δεν ήταν απόγευμα, θα ήταν σίγουρα την αυγή, όταν χαμογέλασε ξανά ο άνθρωπος στο παγκάκι. Οι φυλλωσιές στα δέντρα πάνω από το κεφάλι του άνοιξαν με θόρυβο ξυπνώντας τα πουλιά που κούρνιαζαν για ώρες στα κλαδιά. Ο γέρος ξεδίπλωσε την καπαρντίνα και την ακούμπησε στην άδεια θέση δίπλα του. Άπλωσε το χέρι του και έτριψε το ξύλο στις σανίδες της πλάτης. Έφερε το χέρι στο πρόσωπο του και μύρισε. Κάποιος μόλις πριν είχε νιώσει  για πρώτη φορά στη ζωή του πως επιτέλους δεν ήταν μόνος του.

July 13, 2008

Άνθρωπε, μίλα!

Filed under: Ιούδας — Ιούδας @ 3:23 pm

Αν είχε ηλικία, θα τη μετρούσαν με το άγγιγμα των δαχτύλων του. Αν είχε φωνή, θα ήταν αυτή που ακούμε την ώρα που το σκοτάδι καυχιέται πώς ακόμη μια φορά κατατρόπωσε το φως, την ώρα που εμείς, της ζωής οι φοβισμένοι, έντρομοι ξανά παραληρούμε το τραγούδι του. Μεστός στη σκέψη, των πάντων εξομολογητής, αγκάλη πατρική - χάδι μητρικό, δικαίων και αδίκων κριτής. Αυτός ο γέρος-αν είναι η όψη αρκετή να περιέξει το χρόνο-αυτός ο Άνθρωπος. Ο εξ ημών, ένας.

Κατοικεί στην ίδια εικόνα απ’ όσο θυμάται κανείς τον εαυτό του. Καπέλο τσόχινο, η καμπαρντίνα διπλωμένη τακτικά, αφημένη στην άδεια θέση δίπλα του. Καφέ κοστούμι, λευκό πουκάμισο, γκρίζα γραβάτα, καφέ παπούτσια, έτσι έρχεται στο μυαλό στους περισσότερους. Πάντα καθισμένος στο παγκάκι του. Πάντα έτοιμος να σηκώσει την καμπαρντίνα του, βήμα και προσοχή να δώσει σε όσα έχεις να του πεις. Μα πρώτα πάντα, θα μιλήσει αυτός. Πρώτα πάντα, αυτός θα δώσει το έναυσμα. Θα ακούσεις: Άνθρωπε, μίλα! Κι ύστερα θα κερδίσεις το χρόνο του. Αν στο τέλος της διήγησης νιώσεις τα δάκτυλα του ν΄ακουμπούν τον ώμο σου, τότε καλώς έχεις πράξει. Αν στο τέλος όσων έζησες, τίποτα δε νιώσεις, τότε ξαναγύρνα, μα φρόντισε τούτη τη φορά αλλιώς να τα έχεις καμωμένα.

Ζει στο τέλος του κάθε δρόμου μας. Στην τελεία, ποτέ στο κόμμα ή την παύση μας. Εκεί που παίρνουμε βαθιά ανάσα και στροφή ζωής οριστική. Μόνο εκεί. Το πρόσωπο του, δες. Πόσες ζωές-ρυτίδες έχει να μετρήσεις; Νερό στου χρόνου το αυλάκι το χαμόγελο του και σε παρασέρνει καθώς η προσευχή σου εισακούεται. Άνθρωπε,επιτέλους,μίλα!

Newer Posts »

Powered by WordPress